Του βλάμη το παράπονο

Προέρχεται από αταυτοποίητη επιθεώρηση.
Στην εφ. "Ο καλλιτέχνης" (έτος Α΄, αρ. 1, 08.08.1944, σελ. 3, Γύρω από τη δημιουργία ελληνικού κινηματογράφου, Μπορεί να γίνη κάτι σοβαρό στην Ελλάδα; Τι λέγει ο κ. Ορφεύς Καραβίας) φιλοξενείται συνέντευξη του στιχουργού του τραγουδιού Ορφέα Καραβία στον Αλέκο Κ. Μάλη, την οποία παραθέτουμε: «[...] αρχίζοντας την έρευνά μας, θελήσαμε να έχωμε την γνώμη ενός μύστου της εβδόμης τέχνης, που ενώ πρώτος είχε παρουσιάσει ελληνική ομιλούσα ταινία, ευθύς μετά την εμφάνισι του ομιλούντος κινηματογράφου, στο εξωτερικό, εν τούτοις στην Ελλάδα είχε μείνει ως τώρα έξω από την κίνησι παραγωγής˙ του κ. Ορφέως Καραβία. Το όνομά του δεν είνε άγνωστο στον λογοτεχνικό και θεατρικό κόσμο της Ελλάδος, ιδίως από τα λιμπρέττα των οπερεττών του αλησμόνητου Ν. Χατζηαποστόλου και άλλες επιτυχίες του, που ακόμα συγκινούν κι ενθουσιάζουν. Με άρτια εφόδια πείρας και επιστημονικής μορφώσεως επεδόθη στο εξωτερικό στον κινηματογράφο και είνε ο μόνος Έλλην, που εργάσθηκε ως βοηθός σκηνοθέτου σε παγκοσμίου φήμης στούντια. Tον συναντήσαμε σ’ ένα ιδιωτικό επιστημονικό εργαστήριο, όπου έκανε πειράματα και παρατηρήσεις ψυχοφυσιολογίας. Δέχθηκε με προθυμία να μας πη τη γνώμη του:
— Πιστεύω ότι όχι μόνο μπορεί να γίνη μια σοβαρή προσπάθεια για τη δημιουργiα ελληνικού κινηματογράφου στην Ελλάδα, αλλά και ότι η προσπάθεια αυτή μπορεί να πετύχη απόλυτα. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται παρά ένα μόνο πράγμα: να μείνωμε έλληνες στην ψυχή και το αίσθημα και ν’ αποβάλωμε κάθε τι το ελληνικό στο σύστημα εργασίας και στην αντίληψι περί καθήκοντος έναντι του εαυτού μας και του συνόλου. Ως βλέπετε, αυτό το "ένα μόνο" είνε το παν. Σ’ αυτό σκόνταψε ότι έγινε ως τώρα.
— Έχετε τη γνώμη ότι μπορούμε να δημιουργήσωμε δικό μας σύστημα εργασίας, ανάλογο μ’ εκείνα που εφαρμόζουν οι ξένοι;
— Ναι, γιατί όταν λέμε "σύστημα", εννοούμε κάτι ταξινομημένο επιστημονικά πάνω στα πορίσματα ειδικής μελέτης και πείρας. Όσοι μπόρεσαν, προκειμένου για τον κινηματογράφο να μελετήσουν και καταρτισθούν έξω και να μυηθούν στα εκεί συστήματα, θα μπορέσουν φυσικά να βρουν ταχύτερα και ακοπότερα και εκείνο, που προσαρμόζεται καλλίτερα στις εδώ συνθήκες εργασίας και στην ψυχοσύνθεσί μας. Αλλά και όσοι δεν είχαν το ευτύχημα να ειδικευθούν έξω, φθάνει να έχουν το παντοδύναμο ταλέντο και τη θέλησι να δουλέψουν ειλικρινά και προ παντός, να μη βιασθούν να θεωρήσουν συμπληρωμένες τις γνώσεις τους, για να κατορθώσουν, ύστερα από ανάλογο κόπο και χρόνο, κάτι αξιόλογο. Εκείνο που μας χαντακώνει τους Ρωμηούς είνε η "εκ των ενόντων ενέργεια", η προχειρολογία και η ιδέα πως τα ξέρομε όλα. Με μια λέξι ο αυτοσχεδιασμός. Φθάνει να παρακολουθήση δυο κινηματογραφικά έργα ο αθάνατος νεοέλλην από την αίθουσα προβολής για ν’ αναλάβη κατόπιν μ’ ελαφροτάτην συνείδησιν και την εμβρίθειαν πανσόφου ειδικού να… σκηνοθετήση άλλα δύο. Και όμως αυτός ο ίδιος θα μπορούσε πιθανώτατα να κάνη θαύματα, αν είχε την υπομονή να μελετήση πρώτα μεθοδικά και επίμονα και ύστερα να αυτοβαθμολογηθή με ειλικρίνεια. Ένα από τα δύο αυτά θαυμάσια πράγματα θα προέκυπτε τότε: ή θα έκανε μια προσπάθεια ωφέλιμη για τον ελληνικό κινηματογράφο ή θα ανεγνώριζε την αδυναμία του και θα επεδίδετο αλλού, επίσης ωφέλιμο και αυτό για τον κινηματογράφο.
— Δεν νομίζετε ότι μία Σχολή κινηματογράφου θα μπορούσε συμβάλη στην ειδική μόρφωσι και την ανάδειξι των ταλέντων;
— Ασφαλώς ναι, φθάνει η Σχολή αυτή να λειτουργήση με κάποιο σύστημα ανάλογο προς τα ξένα και να μη διδάξη και αυτή τον καταστρεπτικό αυτοσχεδιασμό.
— Μήπως η έλλειψις τεχνικών μέσων και ειδικών ανθρώπων εμποδίζει την εμφάνισιν ταινιών αρτίων και εφαμίλλων προς τις ξένες ;
— Την έλλειψι αυτή την δημιουργεί μόνο ή επιχειρηματική διστακτικότης των ελλήνων παραγωγών και η προσπάθεια να εξοικονομούνται τα πάντα όπως—όπως για την εξασφάλισι προχείρου και ευκόλου κέρδους. Τα τεχνικά μέσα, που τόσο μας τρομάζουν σαν κάτι ανέφικτο, θα μπορούσαν από ετών να υπάρχουν πλήρη. Τα διαθέτουν γειτονικά μας Κράτη, που μ’ όλα ταύτα δεν παρουσίασαν κατ' αναλογίαν απόδοσι καλύτερη από μας. Γιατί, αν οι γείτονές μας με εργαστήρια συγχρονισμένα έδωσαν φιλμ μέτρια, οι δικοί μας πρωτοπόροι που αγωνίστηκαν με πρωτόγονα μέσα να επιτύχουν έστω και το κάτω του μετρίου, είναι μου φαίνεται περισσότερο αξιοπρόσεκτοι. Φαντασθήτε τώρα αν έλειπε η δόσις του αυτοσχεδιασμού, που λίγο-πολύ έχομε όλοι μέσα μας και αν δεν έλειπαν τα τεχνικά μέσα, πόσο καλύτερα πράγματα θα είχε να επιδείξη η σπαργανώδης κινηματογραφική βιομηχανία μας χάρις στο ελληνικό δαιμόνιο που σε καμμιά καλλιτεχνική εκδήλωσι δε μπορεί κανείς να παραγνωρίση.
— Ώστε νομίζετε πως αν μια επιχείρησι ξεκινήση με τόλμη και αντιλήψεις ευρύτερες για να δημιουργήση και στην Ελλάδα μια σοβαρή κινηματογραφική κίνησι θα το επιτύχη;
— Ασφαλώς.
— Αλλά το έμψυχο υλικό; Οι σταρ; Ο σκηνοθέτης;
— Εδώ είνε το μεγάλο μας σφάλμα. Μιλάμε όλοι σε τόνο αγωνιώδη για την έλλειψι του εμψύχου υλικού και μάλιστα του σκηνοθέτη. Πού είνε ο σκηνοθέτης; Πού θα βρεθή ο σκηνοθέτης; Και σχεδόν εξ ενστίκτου, με το ερώτημα αυτό, στρέφομε τα βλέμματα προς το εξωτερικό. Από κει προσμένουμε τη σωτηρία μας. Να φέρωμε ένα ξένο σκηνοθέτη να φτιάξη το ελληνικό φιλμ. Αλλά τι θάνε πιο εύκολο και τι θα επιτευχθή πιο γρήγορα; Ν’ αποκτήση ελληνική ψυχή και συνείδησι ο ξένος για να δημιουργήση κάτι ελληνικό ή ν’ αποκτήση τις τεχνικές γνώσεις και να προσαρμοσθή στις ειδικές απαιτήσεις του κινηματογράφου ο έλλην σκηνοθέτης; Ας το καταλάβωμε, ότι ο ελληνικός κινηματογράφος θα γίνη μόνο από έλληνας γιατί πρέπει να είνε κάτι αυθύπαρκτο με ψυχή και κίνησι και φως δικό του και όχι αντιγραφή ξένης ζωής και ξένης νοοτροπίας. Όσο τέλειο και αν είνε το αντίγραφο ενός έργου τέχνης, είνε πάντα αντίγραφο και ποτέ δεν έχει την αξία ενός, κατωτέρου κατά τι αλλά καλού πάντως, πρωτοτύπου. Βασική όμως προϋπόθεσι για όλ’ αυτά είναι, όπως είπαμε στην αρχή, η απάρνησις του "ελληνικού" συστήματος εργασίας (που σημαίνει ανυπαρξίαν συστήματος) και η κατανόησι της ανάγκης να σεβώμαστε και τον εαυτό μας και το κοινόν. Χωρίς αυτό δεν θα κατορθώσωμε ποτέ τίποτε όσο θαυμαστό κι αν υποτεθή πως είναι το ταλέντο μας ή θαυματουργό το ελληνικό δαιμόνιο.
— Είναι αλήθεια, κύριε Καραβία, ότι τελευταίως γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια για την δημιουργία ελληνικού κινηματογράφου, στην οποία μάλιστα πρόκειται να λάβετε και σεις μέρος;
— Δεν ξέρω τίποτε το θετικό ακόμα. Οπωσδήποτε εγώ δεν πρόκειται ν’ αναμιχθώ σε καμμία κίνησι γύρω από τον Κινηματογράφο παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις που σας ανέφερα».
Περισσότερα για τον Ορφέα Καραβία δες εδώ.

Δημιουργός:
Στιχουργός:
Ocar [Καραβίας Ορφέας]
Ερμηνευτής:
Δημητριάδης Τέτος, Χορωδία
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
[2 βιολιά, πιάνο, κιθάρα, κοντραμπάσο, ακορντεόν]
Διεύθυνση Ορχήστρας:
Cibelli Alfredo
Χρονολογία Ηχογράφησης:
18/7/1929
Τόπος Ηχογράφησης:
Νέα Υόρκη
Γλώσσα:
Ελληνικά
Χορός:
Εκδότης:
Victor
Αριθμός Καταλόγου/Σειράς:
V-58034-A
Αριθμός Μήτρας:
CVE 53937
Διάρκεια Ηχογραφήματος:
4:34
Θέση Ηχογραφήματος:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Μορφή:
Δίσκος 12'' (30 εκατοστών)
Πηγή:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Vi_58034_TouVlamiToParapono
Δικαιώματα:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Του βλάμη το παράπονο", 2019, https://www.vmrebetiko.gr/item?id=4202

Προέρχεται από αταυτοποίητη επιθεώρηση.
Στην εφ. "Ο καλλιτέχνης" (έτος Α΄, αρ. 1, 08.08.1944, σελ. 3, Γύρω από τη δημιουργία ελληνικού κινηματογράφου, Μπορεί να γίνη κάτι σοβαρό στην Ελλάδα; Τι λέγει ο κ. Ορφεύς Καραβίας) φιλοξενείται συνέντευξη του στιχουργού του τραγουδιού Ορφέα Καραβία στον Αλέκο Κ. Μάλη, την οποία παραθέτουμε: «[...] αρχίζοντας την έρευνά μας, θελήσαμε να έχωμε την γνώμη ενός μύστου της εβδόμης τέχνης, που ενώ πρώτος είχε παρουσιάσει ελληνική ομιλούσα ταινία, ευθύς μετά την εμφάνισι του ομιλούντος κινηματογράφου, στο εξωτερικό, εν τούτοις στην Ελλάδα είχε μείνει ως τώρα έξω από την κίνησι παραγωγής˙ του κ. Ορφέως Καραβία. Το όνομά του δεν είνε άγνωστο στον λογοτεχνικό και θεατρικό κόσμο της Ελλάδος, ιδίως από τα λιμπρέττα των οπερεττών του αλησμόνητου Ν. Χατζηαποστόλου και άλλες επιτυχίες του, που ακόμα συγκινούν κι ενθουσιάζουν. Με άρτια εφόδια πείρας και επιστημονικής μορφώσεως επεδόθη στο εξωτερικό στον κινηματογράφο και είνε ο μόνος Έλλην, που εργάσθηκε ως βοηθός σκηνοθέτου σε παγκοσμίου φήμης στούντια. Tον συναντήσαμε σ’ ένα ιδιωτικό επιστημονικό εργαστήριο, όπου έκανε πειράματα και παρατηρήσεις ψυχοφυσιολογίας. Δέχθηκε με προθυμία να μας πη τη γνώμη του:
— Πιστεύω ότι όχι μόνο μπορεί να γίνη μια σοβαρή προσπάθεια για τη δημιουργiα ελληνικού κινηματογράφου στην Ελλάδα, αλλά και ότι η προσπάθεια αυτή μπορεί να πετύχη απόλυτα. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται παρά ένα μόνο πράγμα: να μείνωμε έλληνες στην ψυχή και το αίσθημα και ν’ αποβάλωμε κάθε τι το ελληνικό στο σύστημα εργασίας και στην αντίληψι περί καθήκοντος έναντι του εαυτού μας και του συνόλου. Ως βλέπετε, αυτό το "ένα μόνο" είνε το παν. Σ’ αυτό σκόνταψε ότι έγινε ως τώρα.
— Έχετε τη γνώμη ότι μπορούμε να δημιουργήσωμε δικό μας σύστημα εργασίας, ανάλογο μ’ εκείνα που εφαρμόζουν οι ξένοι;
— Ναι, γιατί όταν λέμε "σύστημα", εννοούμε κάτι ταξινομημένο επιστημονικά πάνω στα πορίσματα ειδικής μελέτης και πείρας. Όσοι μπόρεσαν, προκειμένου για τον κινηματογράφο να μελετήσουν και καταρτισθούν έξω και να μυηθούν στα εκεί συστήματα, θα μπορέσουν φυσικά να βρουν ταχύτερα και ακοπότερα και εκείνο, που προσαρμόζεται καλλίτερα στις εδώ συνθήκες εργασίας και στην ψυχοσύνθεσί μας. Αλλά και όσοι δεν είχαν το ευτύχημα να ειδικευθούν έξω, φθάνει να έχουν το παντοδύναμο ταλέντο και τη θέλησι να δουλέψουν ειλικρινά και προ παντός, να μη βιασθούν να θεωρήσουν συμπληρωμένες τις γνώσεις τους, για να κατορθώσουν, ύστερα από ανάλογο κόπο και χρόνο, κάτι αξιόλογο. Εκείνο που μας χαντακώνει τους Ρωμηούς είνε η "εκ των ενόντων ενέργεια", η προχειρολογία και η ιδέα πως τα ξέρομε όλα. Με μια λέξι ο αυτοσχεδιασμός. Φθάνει να παρακολουθήση δυο κινηματογραφικά έργα ο αθάνατος νεοέλλην από την αίθουσα προβολής για ν’ αναλάβη κατόπιν μ’ ελαφροτάτην συνείδησιν και την εμβρίθειαν πανσόφου ειδικού να… σκηνοθετήση άλλα δύο. Και όμως αυτός ο ίδιος θα μπορούσε πιθανώτατα να κάνη θαύματα, αν είχε την υπομονή να μελετήση πρώτα μεθοδικά και επίμονα και ύστερα να αυτοβαθμολογηθή με ειλικρίνεια. Ένα από τα δύο αυτά θαυμάσια πράγματα θα προέκυπτε τότε: ή θα έκανε μια προσπάθεια ωφέλιμη για τον ελληνικό κινηματογράφο ή θα ανεγνώριζε την αδυναμία του και θα επεδίδετο αλλού, επίσης ωφέλιμο και αυτό για τον κινηματογράφο.
— Δεν νομίζετε ότι μία Σχολή κινηματογράφου θα μπορούσε συμβάλη στην ειδική μόρφωσι και την ανάδειξι των ταλέντων;
— Ασφαλώς ναι, φθάνει η Σχολή αυτή να λειτουργήση με κάποιο σύστημα ανάλογο προς τα ξένα και να μη διδάξη και αυτή τον καταστρεπτικό αυτοσχεδιασμό.
— Μήπως η έλλειψις τεχνικών μέσων και ειδικών ανθρώπων εμποδίζει την εμφάνισιν ταινιών αρτίων και εφαμίλλων προς τις ξένες ;
— Την έλλειψι αυτή την δημιουργεί μόνο ή επιχειρηματική διστακτικότης των ελλήνων παραγωγών και η προσπάθεια να εξοικονομούνται τα πάντα όπως—όπως για την εξασφάλισι προχείρου και ευκόλου κέρδους. Τα τεχνικά μέσα, που τόσο μας τρομάζουν σαν κάτι ανέφικτο, θα μπορούσαν από ετών να υπάρχουν πλήρη. Τα διαθέτουν γειτονικά μας Κράτη, που μ’ όλα ταύτα δεν παρουσίασαν κατ' αναλογίαν απόδοσι καλύτερη από μας. Γιατί, αν οι γείτονές μας με εργαστήρια συγχρονισμένα έδωσαν φιλμ μέτρια, οι δικοί μας πρωτοπόροι που αγωνίστηκαν με πρωτόγονα μέσα να επιτύχουν έστω και το κάτω του μετρίου, είναι μου φαίνεται περισσότερο αξιοπρόσεκτοι. Φαντασθήτε τώρα αν έλειπε η δόσις του αυτοσχεδιασμού, που λίγο-πολύ έχομε όλοι μέσα μας και αν δεν έλειπαν τα τεχνικά μέσα, πόσο καλύτερα πράγματα θα είχε να επιδείξη η σπαργανώδης κινηματογραφική βιομηχανία μας χάρις στο ελληνικό δαιμόνιο που σε καμμιά καλλιτεχνική εκδήλωσι δε μπορεί κανείς να παραγνωρίση.
— Ώστε νομίζετε πως αν μια επιχείρησι ξεκινήση με τόλμη και αντιλήψεις ευρύτερες για να δημιουργήση και στην Ελλάδα μια σοβαρή κινηματογραφική κίνησι θα το επιτύχη;
— Ασφαλώς.
— Αλλά το έμψυχο υλικό; Οι σταρ; Ο σκηνοθέτης;
— Εδώ είνε το μεγάλο μας σφάλμα. Μιλάμε όλοι σε τόνο αγωνιώδη για την έλλειψι του εμψύχου υλικού και μάλιστα του σκηνοθέτη. Πού είνε ο σκηνοθέτης; Πού θα βρεθή ο σκηνοθέτης; Και σχεδόν εξ ενστίκτου, με το ερώτημα αυτό, στρέφομε τα βλέμματα προς το εξωτερικό. Από κει προσμένουμε τη σωτηρία μας. Να φέρωμε ένα ξένο σκηνοθέτη να φτιάξη το ελληνικό φιλμ. Αλλά τι θάνε πιο εύκολο και τι θα επιτευχθή πιο γρήγορα; Ν’ αποκτήση ελληνική ψυχή και συνείδησι ο ξένος για να δημιουργήση κάτι ελληνικό ή ν’ αποκτήση τις τεχνικές γνώσεις και να προσαρμοσθή στις ειδικές απαιτήσεις του κινηματογράφου ο έλλην σκηνοθέτης; Ας το καταλάβωμε, ότι ο ελληνικός κινηματογράφος θα γίνη μόνο από έλληνας γιατί πρέπει να είνε κάτι αυθύπαρκτο με ψυχή και κίνησι και φως δικό του και όχι αντιγραφή ξένης ζωής και ξένης νοοτροπίας. Όσο τέλειο και αν είνε το αντίγραφο ενός έργου τέχνης, είνε πάντα αντίγραφο και ποτέ δεν έχει την αξία ενός, κατωτέρου κατά τι αλλά καλού πάντως, πρωτοτύπου. Βασική όμως προϋπόθεσι για όλ’ αυτά είναι, όπως είπαμε στην αρχή, η απάρνησις του "ελληνικού" συστήματος εργασίας (που σημαίνει ανυπαρξίαν συστήματος) και η κατανόησι της ανάγκης να σεβώμαστε και τον εαυτό μας και το κοινόν. Χωρίς αυτό δεν θα κατορθώσωμε ποτέ τίποτε όσο θαυμαστό κι αν υποτεθή πως είναι το ταλέντο μας ή θαυματουργό το ελληνικό δαιμόνιο.
— Είναι αλήθεια, κύριε Καραβία, ότι τελευταίως γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια για την δημιουργία ελληνικού κινηματογράφου, στην οποία μάλιστα πρόκειται να λάβετε και σεις μέρος;
— Δεν ξέρω τίποτε το θετικό ακόμα. Οπωσδήποτε εγώ δεν πρόκειται ν’ αναμιχθώ σε καμμία κίνησι γύρω από τον Κινηματογράφο παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις που σας ανέφερα».
Περισσότερα για τον Ορφέα Καραβία δες εδώ.

Δημιουργός:
Στιχουργός:
Ocar [Καραβίας Ορφέας]
Ερμηνευτής:
Δημητριάδης Τέτος, Χορωδία
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
[2 βιολιά, πιάνο, κιθάρα, κοντραμπάσο, ακορντεόν]
Διεύθυνση Ορχήστρας:
Cibelli Alfredo
Χρονολογία:
18/7/1929
Τόπος:
Νέα Υόρκη
Γλώσσα:
Ελληνικά
Χορός:
Εκδότης:
Victor
Αριθμός Σειράς:
V-58034-A
Αριθμός Μήτρας:
CVE 53937
Διάρκεια Ηχογραφήματος:
4:34
Θέση Ηχογραφήματος:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Μορφή:
Δίσκος 12'' (30 εκατοστών)
Πηγή:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Vi_58034_TouVlamiToParapono
Δικαιώματα:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Του βλάμη το παράπονο", 2019, https://www.vmrebetiko.gr/item?id=4202

Δείτε επίσης