Τσοπανάκος ήμουνα

Ο σκοπός που χρησιμοποιεί το ηχοποιητικό «τούντε» φαίνεται πως συνδέεται με την περιοχή της Βλαχίας και πως, ως λέξη, προέρχεται από την βλάχικη διάλεκτο. Στην ιστορική δισκογραφία, ο σκοπός δημιούργησε μια σημαντική παράδοση, προερχόμενη κυρίως από ελληνόφωνους πρωταγωνιστές, τόσο από τα λαϊκά ρεπερτόρια όσο και από τα λόγια. Οι εκτελέσεις αυτές προέρχονται από μια ακόμη μεγαλύτερη επιτελεστική παράδοση, ζωντανή ακόμη και σήμερα κυρίως στο δημοτικό ρεπερτόριο. Η επιτελεστική αυτή πραγματικότητα δημιούργησε ισχυρές οντότητες, οι οποίες φαίνεται πως επικοινωνούν με αυτήν του «τούντε». Αυτές, συνήθως, τιτλοφορούνται ως «Τσομπανόπουλο», «Λαγιαρνί», «Τσοπανάκος», «Σκάρος».

Το θέμα αποτέλεσε επίκεντρο μιας εξαιρετικής παρουσίασης του διάσημου συλλέκτη Martin Schwartz, στην σειρά διαλέξεων που διοργανώνει ο Joshua Horowitz με τίτλο “The Promiscuous World of Jewish Music Series”.

Ορισμένες ενδεικτικές ηχογραφήσεις από την ελληνική δισκογραφία είναι οι εξής:

- “Τούντε ψυχοκόρη”, Αθηναϊκή Εστουδιαντίνα, Gramophone 2505h – 14644, Κωνσταντινούπολη Οκτώβριος–Νοέμβριος 1904. Την ευθύνη της ηχογράφησης είχε ο ηχολήπτης W. Sinkler Darby
- “Τούντε τούντε”, Εστουδιαντίνα Σιδερή, Odeon CX 691 – No 31330, Κωνσταντινούπολη, 1906. Με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα στην ελληνική ιστορική δισκογραφία, φαίνεται πως η συγκεκριμένη ηχογράφηση είναι από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη, όπου ακούγεται πιάνο
- “Τούντε τούντε”, Κυριακούλα Αντωνοπούλου, Panhellenion Pan 447 – 4000, Αμερική, 1919
- “Τσοπανάκος ήμουνα”, Απόστολος Πρεδάρης, Polydor 4688 ar – V 45104, Αθήνα, 1927
- “Η νταντά”, Γιώργος Παπασιδέρης, Columbia DG CG 1028 – 6031, Αθήνα, 1934. Μία από τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες περιπτώσεις στην ελληνική δισκογραφία, όπου ο στίχος μπορεί να λάβει πολλαπλές νοηματοδοτήσεις, μία εξ αυτών και η σεξουαλικού χαρακτήρα.

Ο σκοπός, όμως, φαίνεται πως εισήχθη και στο Yiddish ρεπερτόριο των Εβραίων που ζούσαν μαζικά στις περιοχές της Βλαχίας, οι οποίοι τον μετέφεραν και στην αμερικάνικη πραγματικότητα. Ορισμένες ενδεικτικές ηχογραφήσεις:

- “Tunda tunda” (Тунда Тунда), Aaron Lebedeff (Лебедевъ), Syrena 12560, 1912–1913
- “Tunda tunda” (Тунда Тунда), Orkiestr Stella (Оркестр Стелла), Stella Concert Record (Стелла Концертъ Рекордъ) 13055, 1912–1913
- “Er fort avek” (эр форт авек), Evokans State Jewish Choir Capella – Yegoshua Sheinin (Государственная еврейская хоровая капелла УССР Евоканс), Noginsk Plant ГРК 512 – 3278, Μόσχα, 1935

Η πρώτη ελληνική ηχογράφηση, ως “Τούντε ψυχοκόρη”, πιθανότατα, συμπεριλαμβανόταν στο δραματικό ειδύλλιο «Ψυχοκόρη» του ηθοποιού Ιωάννη Βότσαρη, σε τέσσερις πράξεις «μετ' ασμάτων εγχωρίων γλυκυτάτων», το οποίο βασιζόταν στο γερμανικό διήγημα “Almenrausch und Edelweiss”, του Hermann Schmid. Το έργο, το οποίο το 1909 κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις εκδόσεις Φέξη, παρουσιάστηκε από περιοδεύοντες θιάσους σε κέντρα του ελληνισμού όπως η Θεσσαλονίκη, η Αλεξάνδρεια, η Οδησσός και η Κύπρος. Αναφέρεται επίσης και με τους τίτλους «Ψυχοκόρη ή ο ληστής Γρικέλλας», «Ψυχοκόρη ή ο αρχιληστής Κρινέλλας» και «Ο λήσταρχος Κρικέλας ή η Ψυχοκόρη». Σύμφωνα με το πρόγραμμα της παράστασης, το 1895 παρουσιάστηκε στο θέατρο Ωδείον (πρώην Βέρδη) στην Κωνσταντινούπολη από τον «Πανελλήνιο Δραματικό Θίασο Αλεξιάδου – Παντοπούλου».

Αναφέρει επίσης ο Παναγιώτης Κουνάδης (2000: 361): «Πρόκειται για μια σειρά γνωστών και αγνώστων τραγουδιών, δημοτικών, λαϊκών και ελαφρών που συμπεριλαμβάνονται στο δραματικό ειδύλλιο "Ψυχοκόρη", το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες που μας δίνει ο Χρήστος Σολομωνίδης στο βιβλίο του "Το θέατρο στη Σμύρνη 1657-1922, ανέβηκε για πρώτη φορά στη Σμύρνη το 1903 από τον "θίασο Βονασέρα" στο "θέατρο της Προκυμαίας". Το έργο επανέρχεται το 1907 από τον ελληνικό θίασο του Γεννάδη στο θέατρο "Παρθενών" της Σμύρνης και το 1915 από τον θίασο Μέρτικα».

Εάν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι ο Aaron Lebedeff, ο ερμηνευτής της εβραϊκής εκδοχής του τραγουδιού για λογαριασμό της Syrena, υπήρξε ένας εκ των διασημότερων πρωταγωνιστών του Yiddish θεάτρου (μουσικού και μη), και ότι έζησε και περιπλανήθηκε ως επαγγελματίας ηθοποιός σε διάφορα μέρη κυρίως της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, πριν μεταναστεύσει στην Αμερική περίπου το 1920, τότε είναι πιθανόν να άκουσε τον σκοπό, στην συγκεκριμένη μορφή, παρακολουθώντας μία από τις παραστάσεις της «Ψυχοκόρης».

Ο συγκρητισμός που παρατηρείται στις μουσικές πραγματώσεις των περιοχών όπου έζησαν και ηχογράφησαν Έλληνες, κυρίως στο κομμάτι των λαϊκών παραδόσεων, είναι μνημειώδης. Μία ακρόαση της ιστορικής δισκογραφίας, η οποία ξεκινάει στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη και στην Νέα Υόρκη από το 1900, είναι αρκετή. Ένα ουσιαστικό κομμάτι αυτού του συγκρητισμού αφορά τους εβραίους, οι οποίοι αποτελούν βασικούς αγωγούς στην ανεπανάληπτη σε ποικιλία πολιτισμική παρακαταθήκη του ελληνόφωνου κόσμου. Δανείζονται και δανείζουν, αλλά και κουβαλούν πιο μακρινές παραδόσεις από τα μέρη που ζούσαν προηγουμένως και τους τόπους που ταξίδεψαν. Αποτελούν βασικούς συνομιλητές στην ελληνική οικουμένη, μαζί με μουσουλμάνους Οθωμανούς και Τούρκους, ορθόδοξους Έλληνες και Αρμένιους χριστιανούς, καθολικούς Έλληνες και λεβαντίνους, και συνθέτουν ένα πλούσιο μουσικό μωσαϊκό, το οποίο αποτελείται από ετερογενή αλλά αλληλοπεριχωρητικά παλίμψηστα: μία δεξαμενή στην οποία ο καθένας προσθέτει και από την οποία ο καθένας λαμβάνει.

Στην υπό εξέταση ιστορική δισκογραφία έχουν εντοπιστεί πλείστες όσες περιπτώσεις μελωδιών, οι οποίες αποτελούν και σήμερα μέρος του ρεπερτορίου τόσο των Ελλήνων όσο και των Εβραίων. Όσον αφορά στους Σεφαραδίτες Εβραίους, οι κατηγορίες είναι δύο: είτε πρόκειται για Έλληνες, Εβραίους στο θρήσκευμα, οι οποίοι αλληλοδανείζονται με τους Ορθόδοξους Έλληνες, είτε πρόκειται για δάνεια από μη ελληνικά σεφαραδίτικα ρεπερτόρια, τα οποία συνομιλούν με τα ελληνικά. Όσον αφορά δε τους Ασκενάζι, πρόκειται για ένα corpus δισκογραφικού υλικού, στο οποίο εντοπίστηκαν εκδοχές των ίδιων έργων τόσο στο ελληνικό ρεπερτόριο όσο και στο ασκενάζι, το οποίο συχνά απαντά ως Yiddish (σήμερα klezmer).

Έρευνα και κείμενο: Λεονάρδος Κουνάδης & Νίκος Ορδουλίδης

Στιχουργός:
Άγνωστος
Ερμηνευτής:
Πρεδάρης Απόστολος
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
Πιάνο (Μαρτίνο Άγγελος)
Χρονολογία Ηχογράφησης:
1927
Τόπος Ηχογράφησης:
Αθήνα
Γλώσσα:
Ελληνικά
Εκδότης:
Polydor
Αριθμός Καταλόγου/Σειράς:
V 45104
Αριθμός Μήτρας:
4688 ar
Διάρκεια Ηχογραφήματος:
2:56
Θέση Ηχογραφήματος:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Μορφή:
Δίσκος 10'' (25 εκατοστών)
Πηγή:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Polydor_45104_TsopanakosImouna
Δικαιώματα:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Τσοπανάκος ήμουνα", 2019, https://www.vmrebetiko.gr/item?id=5357

Ο σκοπός που χρησιμοποιεί το ηχοποιητικό «τούντε» φαίνεται πως συνδέεται με την περιοχή της Βλαχίας και πως, ως λέξη, προέρχεται από την βλάχικη διάλεκτο. Στην ιστορική δισκογραφία, ο σκοπός δημιούργησε μια σημαντική παράδοση, προερχόμενη κυρίως από ελληνόφωνους πρωταγωνιστές, τόσο από τα λαϊκά ρεπερτόρια όσο και από τα λόγια. Οι εκτελέσεις αυτές προέρχονται από μια ακόμη μεγαλύτερη επιτελεστική παράδοση, ζωντανή ακόμη και σήμερα κυρίως στο δημοτικό ρεπερτόριο. Η επιτελεστική αυτή πραγματικότητα δημιούργησε ισχυρές οντότητες, οι οποίες φαίνεται πως επικοινωνούν με αυτήν του «τούντε». Αυτές, συνήθως, τιτλοφορούνται ως «Τσομπανόπουλο», «Λαγιαρνί», «Τσοπανάκος», «Σκάρος».

Το θέμα αποτέλεσε επίκεντρο μιας εξαιρετικής παρουσίασης του διάσημου συλλέκτη Martin Schwartz, στην σειρά διαλέξεων που διοργανώνει ο Joshua Horowitz με τίτλο “The Promiscuous World of Jewish Music Series”.

Ορισμένες ενδεικτικές ηχογραφήσεις από την ελληνική δισκογραφία είναι οι εξής:

- “Τούντε ψυχοκόρη”, Αθηναϊκή Εστουδιαντίνα, Gramophone 2505h – 14644, Κωνσταντινούπολη Οκτώβριος–Νοέμβριος 1904. Την ευθύνη της ηχογράφησης είχε ο ηχολήπτης W. Sinkler Darby
- “Τούντε τούντε”, Εστουδιαντίνα Σιδερή, Odeon CX 691 – No 31330, Κωνσταντινούπολη, 1906. Με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα στην ελληνική ιστορική δισκογραφία, φαίνεται πως η συγκεκριμένη ηχογράφηση είναι από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη, όπου ακούγεται πιάνο
- “Τούντε τούντε”, Κυριακούλα Αντωνοπούλου, Panhellenion Pan 447 – 4000, Αμερική, 1919
- “Τσοπανάκος ήμουνα”, Απόστολος Πρεδάρης, Polydor 4688 ar – V 45104, Αθήνα, 1927
- “Η νταντά”, Γιώργος Παπασιδέρης, Columbia DG CG 1028 – 6031, Αθήνα, 1934. Μία από τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες περιπτώσεις στην ελληνική δισκογραφία, όπου ο στίχος μπορεί να λάβει πολλαπλές νοηματοδοτήσεις, μία εξ αυτών και η σεξουαλικού χαρακτήρα.

Ο σκοπός, όμως, φαίνεται πως εισήχθη και στο Yiddish ρεπερτόριο των Εβραίων που ζούσαν μαζικά στις περιοχές της Βλαχίας, οι οποίοι τον μετέφεραν και στην αμερικάνικη πραγματικότητα. Ορισμένες ενδεικτικές ηχογραφήσεις:

- “Tunda tunda” (Тунда Тунда), Aaron Lebedeff (Лебедевъ), Syrena 12560, 1912–1913
- “Tunda tunda” (Тунда Тунда), Orkiestr Stella (Оркестр Стелла), Stella Concert Record (Стелла Концертъ Рекордъ) 13055, 1912–1913
- “Er fort avek” (эр форт авек), Evokans State Jewish Choir Capella – Yegoshua Sheinin (Государственная еврейская хоровая капелла УССР Евоканс), Noginsk Plant ГРК 512 – 3278, Μόσχα, 1935

Η πρώτη ελληνική ηχογράφηση, ως “Τούντε ψυχοκόρη”, πιθανότατα, συμπεριλαμβανόταν στο δραματικό ειδύλλιο «Ψυχοκόρη» του ηθοποιού Ιωάννη Βότσαρη, σε τέσσερις πράξεις «μετ' ασμάτων εγχωρίων γλυκυτάτων», το οποίο βασιζόταν στο γερμανικό διήγημα “Almenrausch und Edelweiss”, του Hermann Schmid. Το έργο, το οποίο το 1909 κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις εκδόσεις Φέξη, παρουσιάστηκε από περιοδεύοντες θιάσους σε κέντρα του ελληνισμού όπως η Θεσσαλονίκη, η Αλεξάνδρεια, η Οδησσός και η Κύπρος. Αναφέρεται επίσης και με τους τίτλους «Ψυχοκόρη ή ο ληστής Γρικέλλας», «Ψυχοκόρη ή ο αρχιληστής Κρινέλλας» και «Ο λήσταρχος Κρικέλας ή η Ψυχοκόρη». Σύμφωνα με το πρόγραμμα της παράστασης, το 1895 παρουσιάστηκε στο θέατρο Ωδείον (πρώην Βέρδη) στην Κωνσταντινούπολη από τον «Πανελλήνιο Δραματικό Θίασο Αλεξιάδου – Παντοπούλου».

Αναφέρει επίσης ο Παναγιώτης Κουνάδης (2000: 361): «Πρόκειται για μια σειρά γνωστών και αγνώστων τραγουδιών, δημοτικών, λαϊκών και ελαφρών που συμπεριλαμβάνονται στο δραματικό ειδύλλιο "Ψυχοκόρη", το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες που μας δίνει ο Χρήστος Σολομωνίδης στο βιβλίο του "Το θέατρο στη Σμύρνη 1657-1922, ανέβηκε για πρώτη φορά στη Σμύρνη το 1903 από τον "θίασο Βονασέρα" στο "θέατρο της Προκυμαίας". Το έργο επανέρχεται το 1907 από τον ελληνικό θίασο του Γεννάδη στο θέατρο "Παρθενών" της Σμύρνης και το 1915 από τον θίασο Μέρτικα».

Εάν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι ο Aaron Lebedeff, ο ερμηνευτής της εβραϊκής εκδοχής του τραγουδιού για λογαριασμό της Syrena, υπήρξε ένας εκ των διασημότερων πρωταγωνιστών του Yiddish θεάτρου (μουσικού και μη), και ότι έζησε και περιπλανήθηκε ως επαγγελματίας ηθοποιός σε διάφορα μέρη κυρίως της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, πριν μεταναστεύσει στην Αμερική περίπου το 1920, τότε είναι πιθανόν να άκουσε τον σκοπό, στην συγκεκριμένη μορφή, παρακολουθώντας μία από τις παραστάσεις της «Ψυχοκόρης».

Ο συγκρητισμός που παρατηρείται στις μουσικές πραγματώσεις των περιοχών όπου έζησαν και ηχογράφησαν Έλληνες, κυρίως στο κομμάτι των λαϊκών παραδόσεων, είναι μνημειώδης. Μία ακρόαση της ιστορικής δισκογραφίας, η οποία ξεκινάει στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη και στην Νέα Υόρκη από το 1900, είναι αρκετή. Ένα ουσιαστικό κομμάτι αυτού του συγκρητισμού αφορά τους εβραίους, οι οποίοι αποτελούν βασικούς αγωγούς στην ανεπανάληπτη σε ποικιλία πολιτισμική παρακαταθήκη του ελληνόφωνου κόσμου. Δανείζονται και δανείζουν, αλλά και κουβαλούν πιο μακρινές παραδόσεις από τα μέρη που ζούσαν προηγουμένως και τους τόπους που ταξίδεψαν. Αποτελούν βασικούς συνομιλητές στην ελληνική οικουμένη, μαζί με μουσουλμάνους Οθωμανούς και Τούρκους, ορθόδοξους Έλληνες και Αρμένιους χριστιανούς, καθολικούς Έλληνες και λεβαντίνους, και συνθέτουν ένα πλούσιο μουσικό μωσαϊκό, το οποίο αποτελείται από ετερογενή αλλά αλληλοπεριχωρητικά παλίμψηστα: μία δεξαμενή στην οποία ο καθένας προσθέτει και από την οποία ο καθένας λαμβάνει.

Στην υπό εξέταση ιστορική δισκογραφία έχουν εντοπιστεί πλείστες όσες περιπτώσεις μελωδιών, οι οποίες αποτελούν και σήμερα μέρος του ρεπερτορίου τόσο των Ελλήνων όσο και των Εβραίων. Όσον αφορά στους Σεφαραδίτες Εβραίους, οι κατηγορίες είναι δύο: είτε πρόκειται για Έλληνες, Εβραίους στο θρήσκευμα, οι οποίοι αλληλοδανείζονται με τους Ορθόδοξους Έλληνες, είτε πρόκειται για δάνεια από μη ελληνικά σεφαραδίτικα ρεπερτόρια, τα οποία συνομιλούν με τα ελληνικά. Όσον αφορά δε τους Ασκενάζι, πρόκειται για ένα corpus δισκογραφικού υλικού, στο οποίο εντοπίστηκαν εκδοχές των ίδιων έργων τόσο στο ελληνικό ρεπερτόριο όσο και στο ασκενάζι, το οποίο συχνά απαντά ως Yiddish (σήμερα klezmer).

Έρευνα και κείμενο: Λεονάρδος Κουνάδης & Νίκος Ορδουλίδης

Στιχουργός:
Άγνωστος
Ερμηνευτής:
Πρεδάρης Απόστολος
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
Πιάνο (Μαρτίνο Άγγελος)
Χρονολογία:
1927
Τόπος:
Αθήνα
Γλώσσα:
Ελληνικά
Εκδότης:
Polydor
Αριθμός Σειράς:
V 45104
Αριθμός Μήτρας:
4688 ar
Διάρκεια Ηχογραφήματος:
2:56
Θέση Ηχογραφήματος:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Μορφή:
Δίσκος 10'' (25 εκατοστών)
Πηγή:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Polydor_45104_TsopanakosImouna
Δικαιώματα:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Τσοπανάκος ήμουνα", 2019, https://www.vmrebetiko.gr/item?id=5357

Σχετικά τεκμήρια

Δείτε επίσης