ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ

Κείμενο του Παναγιώτη Κουνάδη

Οι μεγάλες αναδιοργανώσεις (Τανζιμάτ) που έλαβαν χώρα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (1839, 1856), με τις πιέσεις των δυτικών δυνάμεων (κυρίως της Αγγλίας), έδωσαν τη δυνατότητα οικονομικής, εμπορικής, βιομηχανικής ανάπτυξης στις μη μουσουλμανικές μειονότητες, με επακόλουθο μια πολιτιστική έκρηξη σε όλους τους τομείς.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, στις πόλεις με ελληνικό πληθυσμό (Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Θεσσαλονίκη κ.ά.) τα νέα κοινωνικά στρώματα που δημιουργούνται από γηγενείς, από εσωτερικούς μετανάστες της οθωμανικής επικράτειας και από πληθυσμιακές ομάδες της απελευθερωμένης, κάθε περιόδου, Ελλάδας θα ακολουθήσουν νέο αστικό τρόπο ζωής και κοινωνικής συμπεριφοράς, ο οποίος διαμορφώνει πολιτιστικές ανάγκες και πρότυπα διαφορετικά από αυτά της ζωής στην ύπαιθρο.
... Οι παλαιότερες μουσικές παραδόσεις μέσα από ζυμώσεις, επιμειξίες και ανταλλαγές μετασχηματίζονται, διαμορφώνοντας νέο αισθητικό περιεχόμενο και παράγοντας νέες μορφές αστικών τραγουδιών. Κύριος χώρος ανάπτυξης η πολυπολιτισμική Σμύρνη και χαρακτηριστικό παράδειγμα το σμυρναίικο τραγούδι. Πολυσχιδές και πολύμορφο, καλύπτει ένα ευρύτατο μουσικό φάσμα με επιρροές από όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες των αστικών τραγουδιών τα πλέον λαϊκά κατέληξαν μέσα από ένα πλήθος ονομασιών στις αρχές του 20ού αιώνα να ονομάζονται ρεμπέτικα.
Σε αυτό το «ζωογόνο» κλίμα διαμορφώνονται οι διάσημοι δημιουργοί και ερμηνευτές που θα πρωταγωνιστήσουν στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή.
Η εμφάνιση της δισκογραφίας στο ξεκίνημα του 20ού αιώνα καταγράφει (1900-1922) στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη ένα πλήθος μουσικών δημιουργιών, παλαιότερων και νεότερων. Οι ηχογραφήσεις αυτές θα καλύψουν, με ανατυπώσεις, και τις ψυχαγωγικές ανάγκες των Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ, όπου γύρω στο 1916-17 αρχίζουν οι μαζικές ηχογραφήσεις ελληνικού ρεπερτορίου, μέρος του οποίου καταγράφεται για πρώτη και μοναδική φορά.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 οι ευρωπαϊκές εταιρείες δίσκων ιδρύουν παραρτήματα στην Ελλάδα και αρχίζουν τις ηχογραφήσεις με κινητά συνεργεία, ενώ το 1930 δημιουργείται η πρώτη βιομηχανική μονάδα παραγωγής δίσκων, με τη λειτουργία του εργοστασίου της Columbia στον Περισσό.
Καθοριστικό για τη πορεία του ρεμπέτικου υπήρξε το γεγονός ότι σχεδόν όλα τα πρόσωπα που ανέλαβαν την καλλιτεχνική διεύθυνση των εταιρειών αυτών, μικρασιατικής οι περισσότεροι καταγωγής, άνοιξαν τον δρόμο σε νεότερους δημιουργούς, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο οποίος επικεφαλής ορχήστρας με μπουζούκια και μπαγλαμάδες θα συμβάλλει στη δημιουργία ενός νέου είδους, του πειραιώτικου ρεμπέτικου.
Στον ασφυκτικό κλοιό της λογοκρισίας (1937) που επέβαλλε η μεταξική δικτατορία η εμφάνιση νέων ταλαντούχων δημιουργών, με επικεφαλής τον Βασίλη Τσιτσάνη, κατάφερε να αντεπεξέλθει με παραδειγματικό τρόπο, εξελίσσοντας το ρεμπέτικο συνθετικά, στιχουργικά, εκτελεστικά.
Το πλήθος των ηχογραφήσεων, οι πωλήσεις και η χρήση των δίσκων αποκαλύπτουν ότι το ρεμπέτικο, παρά τη συκοφάντηση και την παρουσία ισχυρότατων «αντιπάλων» (δημοτικό, ελαφρό κ.ά.), εξελίχθηκε στο πλέον λαοφιλές είδος.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, αν και απομειούται η δημιουργία ρεμπέτικων «παλαιού τύπου», η επίδρασή του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε επηρέασε όλους τους νεότερους δημιουργούς, οι οποίοι εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Τα στοιχεία κάθε τύπου που δόμησαν το ρεμπέτικο από τότε που εμφανίστηκε διεισδύουν και διαχέονται στο έργο των Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και των συνεχιστών τους μέχρι τα ευτελή σκυλάδικα που πρωτοεμφανίζονται στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών.
Η επαναφορά στη σύγχρονη μνήμη των ηχογραφήσεων της εποχής του γραμμοφώνου ενέπνευσε πλήθος νέων μουσικών που συνεχίζουν τη μακρά παράδοση του ρεμπέτικου.