ΑΜΑΝΕΣ

Κείμενο του Παναγιώτη Κουνάδη

Πάνω σ’ ένα δεκαπεντασύλλαβο δίστιχο στήθηκε ένα από τα σημαντικότερα μουσικοποιητικά δημιουργήματα των Ελλήνων: ο (α)μανές. Πέρα από το να διερευνήσουν οι μελετητές-εθνομουσικολόγοι εάν η προέλευσή του ανάγεται στην ελληνική αρχαιότητα, όπως ισχυρίζεται ο Γεώργιος Κ. Φαιδρός (και όχι μόνον) στη μονογραφία «Περί του Σμυρναϊκού μανέ» (1881), είναι βέβαιο ότι το είδος αυτό, που μπορούμε να το εντάξουμε στο ευρύτερο γένος των ρεμπέτικων τραγουδιών, αποτέλεσε για μία μακρά περίοδο σπουδαίο μέσο έκφρασης ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων, κατ’ αρχάς στις πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με ελληνικούς πληθυσμούς –όπου πρωτοεμφανίζεται– και εν συνεχεία σε όλους τους χώρους που ανθούσε το ελληνικό στοιχείο.
... Οι αμανέδες αποτελούν συνήθως μια κραυγή απόγνωσης, αγωνίας, απελπισίας, έκφραση κάποιου ανεκπλήρωτου καημού ή αξεπέραστου πάθους. Μουσικολογικά, οικοδομούνται, στη συντριπτική τους πλειονότητα στα αραβοπερσικά μακάμ, οικεία στους Έλληνες λόγω της συγγένειάς τους με τους μουσικούς δρόμους (ήχους) της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής.
Με την εμφάνιση της δισκογραφίας στις αρχές του 20ού αιώνα αρχίζει η καταγραφή ενός μεγάλου αριθμού αμανέδων από τους διασημότερους τραγουδιστές της περιόδου 1900-1937, χρονιά κατά την οποία η μεταξική λογοκρισία απαγορεύει την ηχογράφηση και δημόσια εκτέλεση τους, με πρόσχημα την τουρκομερίτικη προέλευσή τους. Λίγο πριν, το 1934, ο «ευρωπαϊστής» Κεμάλ Ατατούρκ είχε απαγορεύσει και αυτός τον αμανέ (πιθανόν ως κατάλοιπο της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία).
Μέσα σ’ αυτό το κωμικοτραγικό κλίμα ο αμανές εξαφανίζεται.
Αν και δέχτηκε σφοδρές επιθέσεις από μερίδα των ευρωπαιοτραφών μουσικών και λογίων, οι οποίες αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος εναντίον του ρεμπέτικου, η αναδίφηση στη δισκογραφία αποκαλύπτει ότι οι (α)μανέδες ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί και είχαν μεγάλη αποδοχή, αφού πριν τη λογοκρισία (1900-1937) ηχογραφήθηκαν περισσότεροι από 500. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία του τραγουδιστή Χρήστου Τσαγγαράκη (Ιντζέβεης) ότι η ικανότητα σωστής ερμηνείας ενός μανέ άνοιγε την πόρτα εισόδου στη δισκογραφία.
Ο διασημότερος μανές, το «Σμυρναίικο μινόρε» ή «Μινόρε μανές» ή «Μινόρε της αυγής», εμφανίζεται στη δισκογραφία σε πάνω από 50 εκτελέσεις, με διαφορετικά κάθε φορά δίστιχα.
Η κατάθεση της Αγγέλας Παπάζογλου δίνει μια άλλη διάσταση στην ερμηνεία της διάδοσης του μανέ στη Μικρά Ασία: «Όλοι παράγγελναν το μινόρε τους και όλοι το άκουγαν με λαχτάρα, γιατί λέγαμε τον πόνο μας που ήμαστε σκλαβωμένοι στην Τουρκιά. Με το μινόρε δεν τον ξεχνούσαμε, θέλαμε όλο να τον θυμόμαστε, ν’ ανάβουμε μέσα μας καντήλι, ελπίδα, ζεστασιά».