Παλιά Στρατώνα

Προέρχεται από αταυτοποίητη επιθεώρηση ή οπερέτα.
Για άλλα νούμερα ή/και σχετικά με την Παλιά Στρατώνα, δες εδώ.
Όπως αναφέρει ο Αργύρης Τσιάπος (Αργύρης Τσιάπος, "Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου" Σέρρες 2018, σελ. 297) κάποιες σκηνές της ελληνικής κινηματογραφικής ταινίας "Κοινωνική σαπίλα" (βλ. ό.π. 296-298) γυρίστηκαν στις κενές φυλακές του Παλιού στρατώνα το πρωί της 17ης Ιανουαρίου 1932.

Στην ετικέτα του δίσκου αναγράφεται ο χαρακτηρισμός "Comic Song" [κωμικό τραγούδι].

Για τις φυλακές της Παλιάς Στρατώνας, η οποία βρισκόταν επί της οδού Άρεως στο Μοναστηράκι, σημειώνει ο Παναγιώτης Κουνάδης (2010, 10: 20-21): «Η κατεδάφιση της Παλιάς Στρατώνας και τα τραγούδια που γράφτηκαν γι’ αυτήν επανέφεραν τη φρίκη μέσα στην οποία έζησαν όσοι βρέθηκαν στα κελιά της, πολλοί από τους οποίους άφησαν εκεί μέσα την τελευταία τους πνοή, αν και δεν ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο. Σε ανάμνηση αυτής της εποχής παραθέτουμε το αποκαλυπτικό τεκμήριο που κατέγραψε ο χρονικογράφος που υπογράφει με το γράμμα Π. στο περιοδικό "Παρνασσός":
"Μία κάδη αποχωρημάτων, εντός της οποίας συμφύρονται σάρκες μετά κουρελιών όπως τα σκουλήκια ανακυκώνται μέσα εις το σάπιο τυρί. Ιδού η εικών των φυλακών του Παλαιού Στρατώνος.
Πρέπει να έχης καρδιάν από μέταλλον κατασκευής τηλεβόλων, διά να μη εκραγή αύτη εις το θέαμα της αθλιότητος που περικλείουν οι τοίχοι των κατ’ ευφημισμόν επανορθωτικών αυτών φυλακών, πράγματι δε οχετού ακαθαρσίας, αθλιότητος, βλασφημίας, εκβιασμού, τραμπουκισμού, βιασμού, τρομοκρατίας, και όλων των όρων που μπορεί ο καθένας μας να χρησιμοποίηση διά κάθε κατακάθι κοινωνικόν. Εκεί μέσα η Δικαιοσύνη είνε ντυμένη κουρέλια αποτροπιασμού και παπουτσωμένη με δύο δοχεία νυκτερινής χρήσεως και αντί περικεφαλαίας φέρουσα την γνωστήν κάδην επί της κεφαλής, απονέμει το δίκαιον, κρατούσα εις την δεξιάν, αντί της αλληγορικής ζυγαριάς, μίαν κάμαν χασισοπότου, επάνω εις την οποίαν είνε χαραγμένα τα λόγια που είπε ο Καμπρών.
Είνε ολιγώτερα της πραγματικότητος όσα σας διηγήθησαν περί αυτής της φυλακής-κολάσεως. Είνε ασυλλήπτως ανώτερα περιγραφής τα όσα μπορούν να ιδούν τα μάτια σας.
Αν οι πατέρες της εκκλησίας ήθελαν να σώσουν πράγματι τον κόσμον από της αμαρτίαις εις τας περιγραφάς των περί Κολάσεως, έπρεπε να είχον υπ’ όψιν τους ένα Παλαιόν Στρατώνα.
Οι τοίχοι του, πλήρεις επιγραφών, τοίχοι όχι όπως οι άλλοι, είνε μάρτυρες αψευδείς χιλίων δύο σκηνών ασυνήθων, σκηνών, όπου και η πλέον ξεκούρδιστη φαντασία ήτο αδύνατον ποτέ να συλλάβη. Ανάμεσα δε εις αυτούς, στεγάζονται ανάμικτοι δολοφόνοι μετά αισχροκερδών, κλέπται μετά ληστών, λωποδύται μετ’ έμπορων, εκτιόντων την προφυλάκισιν μιας ανακοπής επί λιπομαρτυρία, μεσήλικες μετά γερόντων, νέοι μετά μισοκόπων. Παιδιά δεκαεπτά ετών μετά πωγωνοφορούντων ανθρώπων των κατέργων. Και εκεί όπου ψάχνεις να εύρης την Δικαιοσύνην φυλακισμένην, και φυλακισμένην μάλιστα μέσα εις το περίφημον μπουντρούμι, μίαν οπήν δηλαδή σκαμμένην εις το χώμα, ανήλιον, άφωτον, υγράν όσον επτά κολάσεις ομού, δεν βρίσκεις παρά παν ό,τι αντίκειται εις τον νόμον, εις την ηθικήν, εις τον ανθρωπισμόν, εις την αιδώ, νομιμοποιημένον κατ’ έθος, και επιβαλλόμενον με την αυθάδειαν που οι νόμοι αυτοί οι άγραφοι επιβάλλονται, εκεί όπου ο πολιτισμός και η αστυνομία δεν έχουν ακόμη φθάσει.
Ο Παλαιός Στρατών, καταργούμενος, κυλιόμενος, τιναζόμενος διά δυναμίτιδος από ένα Yπουργόν που θέλει ν’ απαθανατίση το όνομά του, θα σημειώση εποχήν, όπως μία επανάστασις η οποία έγινε διά να ρίψη την φαυλότητα και την πορνικήν αναίδειαν από τούς θώκους των υπουργικών εδρών [...] Πρέπει να παρέλθουν καιροί πολλοί διά να λησμονήσης τα κίτρινα, όπως το χρυσάφι, πρόσωπα των εγκαθείρκτων εις τα ανήλια και ζοφώδη υπόγεια. Πρέπει να είσαι εξ ίσου παχύδερμον όπως η ιεραρχία η ελληνική, διά να μη ευχηθής μίαν ξενικήν κατοχήν προς μόνον τον σκοπόν ν’ απαλλάξη τον τόπον από ένα παρόμοιον δοχείον αποχρεμμάτων, Υπουργών, δικαστών και σκουπιστών παντός ιδρύματος, εντός του οποίου απονέμεται η ελληνική δικαιοσύνη».

Στην ετικέτα του δίσκου αναγράφεται «Ρεμπέτικο». Συχνά, στο γλωσσάρι των ρεμπετόφιλων ο όρος «ρεμπέτικο» ταυτίζεται με πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές. Το ρεμπέτικο έχει ταυτιστεί με τον Πειραιά, και σημαία του αποτελεί το μπουζούκι. Από την άλλη, συχνά στην δημόσια σφαίρα αναφέρεται και η σχολή του «σμυρνέικου ρεμπέτικου», είτε ως μια κατηγοριοποίηση του είδους, είτε ως ο πρόδρομός του. Και όμως, η ιστορική δισκογραφία, δηλαδή τα δισκάκια που ξεκίνησαν να ηχογραφούνται από τα τέλη του 19ου αιώνα σε όλον τον κόσμο, με πρωτόγονο εξοπλισμό και τεχνικές, φανερώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Η έρευνα σε αυτά τα τεκμήρια της ιστορικής δισκογραφίας φανερώνει πως ο όρος «ρεμπέτικο» ξεκινάει να τυπώνεται στις ετικέτες των δίσκων περίπου το 1912, σε ελληνικές ηχογραφήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Μέχρι στιγμής, έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον 80 ηχογραφήματα, στην ετικέτα των οποίων αναγράφεται ο όρος. Δύο είναι τα εντυπωσιακά στοιχεία: αφενός, οι ηχογραφήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν την δεκαετία του 1910, του 1920 και του 1930. Ο Βαμβακάρης ξεκινάει να ηχογραφεί στην Αθήνα το 1933. Άρα, δεν μπορεί να ταυτιστεί, εύκολα και αποκλειστικά, η δική του δισκογραφική καριέρα με τον όρο. Τουναντίον, η λέξη «ρεμπέτικο» αρχίζει και εξαφανίζεται από τις ετικέτες, μετά το 1933. Αφετέρου, μια ακρόαση των μουσικών έργων που χαρακτηρίστηκαν στην ετικέτα ως «ρεμπέτικα», ξαφνιάζει. Κανένα από αυτά τα ηχογραφήματα δεν περιέχει μπουζούκι. Επιπλέον, ένα κομμάτι των μουσικών έργων δεν «κοιτάζει» στα ανατολικά. Συνολικά, τα μέχρι τώρα ευρήματα αφορούν ηχογραφήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, στην Αθήνα, τη Νέα Υόρκη και το Σικάγο. Φαίνεται πως ο όρος υπήρξε μάλλον επινόηση της δισκογραφίας, της πρώιμης αυτής βιομηχανίας του ήχου, της οποίας οι αποφάσεις καθόρισαν πολλές φορές τις εξελίξεις, σχετικά με το ιστορικό αυτό ρεπερτόριο και τον τρόπο με τον οποίο αυτό έφτασε στα αυτιά μας.

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
Καραβίας Ορφέας
Τραγουδιστές:
Ιωαννίδης Γιάννης, Κουρούκλη Λίζα, Καρνέρη Μάκη
Χρονολογία ηχογράφησης:
05/1929
Τόπος ηχογράφησης:
Νέα Υόρκη
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Εκδότης:
Columbia USA
Αριθμός καταλόγου:
56171-F
Αριθμός μήτρας:
W 206229
Διάρκεια:
4:04
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 12'' (30 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Col_56171_PaliaStratona
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Παλιά Στρατώνα", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=4111

Προέρχεται από αταυτοποίητη επιθεώρηση ή οπερέτα.
Για άλλα νούμερα ή/και σχετικά με την Παλιά Στρατώνα, δες εδώ.
Όπως αναφέρει ο Αργύρης Τσιάπος (Αργύρης Τσιάπος, "Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου" Σέρρες 2018, σελ. 297) κάποιες σκηνές της ελληνικής κινηματογραφικής ταινίας "Κοινωνική σαπίλα" (βλ. ό.π. 296-298) γυρίστηκαν στις κενές φυλακές του Παλιού στρατώνα το πρωί της 17ης Ιανουαρίου 1932.

Στην ετικέτα του δίσκου αναγράφεται ο χαρακτηρισμός "Comic Song" [κωμικό τραγούδι].

Για τις φυλακές της Παλιάς Στρατώνας, η οποία βρισκόταν επί της οδού Άρεως στο Μοναστηράκι, σημειώνει ο Παναγιώτης Κουνάδης (2010, 10: 20-21): «Η κατεδάφιση της Παλιάς Στρατώνας και τα τραγούδια που γράφτηκαν γι’ αυτήν επανέφεραν τη φρίκη μέσα στην οποία έζησαν όσοι βρέθηκαν στα κελιά της, πολλοί από τους οποίους άφησαν εκεί μέσα την τελευταία τους πνοή, αν και δεν ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο. Σε ανάμνηση αυτής της εποχής παραθέτουμε το αποκαλυπτικό τεκμήριο που κατέγραψε ο χρονικογράφος που υπογράφει με το γράμμα Π. στο περιοδικό "Παρνασσός":
"Μία κάδη αποχωρημάτων, εντός της οποίας συμφύρονται σάρκες μετά κουρελιών όπως τα σκουλήκια ανακυκώνται μέσα εις το σάπιο τυρί. Ιδού η εικών των φυλακών του Παλαιού Στρατώνος.
Πρέπει να έχης καρδιάν από μέταλλον κατασκευής τηλεβόλων, διά να μη εκραγή αύτη εις το θέαμα της αθλιότητος που περικλείουν οι τοίχοι των κατ’ ευφημισμόν επανορθωτικών αυτών φυλακών, πράγματι δε οχετού ακαθαρσίας, αθλιότητος, βλασφημίας, εκβιασμού, τραμπουκισμού, βιασμού, τρομοκρατίας, και όλων των όρων που μπορεί ο καθένας μας να χρησιμοποίηση διά κάθε κατακάθι κοινωνικόν. Εκεί μέσα η Δικαιοσύνη είνε ντυμένη κουρέλια αποτροπιασμού και παπουτσωμένη με δύο δοχεία νυκτερινής χρήσεως και αντί περικεφαλαίας φέρουσα την γνωστήν κάδην επί της κεφαλής, απονέμει το δίκαιον, κρατούσα εις την δεξιάν, αντί της αλληγορικής ζυγαριάς, μίαν κάμαν χασισοπότου, επάνω εις την οποίαν είνε χαραγμένα τα λόγια που είπε ο Καμπρών.
Είνε ολιγώτερα της πραγματικότητος όσα σας διηγήθησαν περί αυτής της φυλακής-κολάσεως. Είνε ασυλλήπτως ανώτερα περιγραφής τα όσα μπορούν να ιδούν τα μάτια σας.
Αν οι πατέρες της εκκλησίας ήθελαν να σώσουν πράγματι τον κόσμον από της αμαρτίαις εις τας περιγραφάς των περί Κολάσεως, έπρεπε να είχον υπ’ όψιν τους ένα Παλαιόν Στρατώνα.
Οι τοίχοι του, πλήρεις επιγραφών, τοίχοι όχι όπως οι άλλοι, είνε μάρτυρες αψευδείς χιλίων δύο σκηνών ασυνήθων, σκηνών, όπου και η πλέον ξεκούρδιστη φαντασία ήτο αδύνατον ποτέ να συλλάβη. Ανάμεσα δε εις αυτούς, στεγάζονται ανάμικτοι δολοφόνοι μετά αισχροκερδών, κλέπται μετά ληστών, λωποδύται μετ’ έμπορων, εκτιόντων την προφυλάκισιν μιας ανακοπής επί λιπομαρτυρία, μεσήλικες μετά γερόντων, νέοι μετά μισοκόπων. Παιδιά δεκαεπτά ετών μετά πωγωνοφορούντων ανθρώπων των κατέργων. Και εκεί όπου ψάχνεις να εύρης την Δικαιοσύνην φυλακισμένην, και φυλακισμένην μάλιστα μέσα εις το περίφημον μπουντρούμι, μίαν οπήν δηλαδή σκαμμένην εις το χώμα, ανήλιον, άφωτον, υγράν όσον επτά κολάσεις ομού, δεν βρίσκεις παρά παν ό,τι αντίκειται εις τον νόμον, εις την ηθικήν, εις τον ανθρωπισμόν, εις την αιδώ, νομιμοποιημένον κατ’ έθος, και επιβαλλόμενον με την αυθάδειαν που οι νόμοι αυτοί οι άγραφοι επιβάλλονται, εκεί όπου ο πολιτισμός και η αστυνομία δεν έχουν ακόμη φθάσει.
Ο Παλαιός Στρατών, καταργούμενος, κυλιόμενος, τιναζόμενος διά δυναμίτιδος από ένα Yπουργόν που θέλει ν’ απαθανατίση το όνομά του, θα σημειώση εποχήν, όπως μία επανάστασις η οποία έγινε διά να ρίψη την φαυλότητα και την πορνικήν αναίδειαν από τούς θώκους των υπουργικών εδρών [...] Πρέπει να παρέλθουν καιροί πολλοί διά να λησμονήσης τα κίτρινα, όπως το χρυσάφι, πρόσωπα των εγκαθείρκτων εις τα ανήλια και ζοφώδη υπόγεια. Πρέπει να είσαι εξ ίσου παχύδερμον όπως η ιεραρχία η ελληνική, διά να μη ευχηθής μίαν ξενικήν κατοχήν προς μόνον τον σκοπόν ν’ απαλλάξη τον τόπον από ένα παρόμοιον δοχείον αποχρεμμάτων, Υπουργών, δικαστών και σκουπιστών παντός ιδρύματος, εντός του οποίου απονέμεται η ελληνική δικαιοσύνη».

Στην ετικέτα του δίσκου αναγράφεται «Ρεμπέτικο». Συχνά, στο γλωσσάρι των ρεμπετόφιλων ο όρος «ρεμπέτικο» ταυτίζεται με πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές. Το ρεμπέτικο έχει ταυτιστεί με τον Πειραιά, και σημαία του αποτελεί το μπουζούκι. Από την άλλη, συχνά στην δημόσια σφαίρα αναφέρεται και η σχολή του «σμυρνέικου ρεμπέτικου», είτε ως μια κατηγοριοποίηση του είδους, είτε ως ο πρόδρομός του. Και όμως, η ιστορική δισκογραφία, δηλαδή τα δισκάκια που ξεκίνησαν να ηχογραφούνται από τα τέλη του 19ου αιώνα σε όλον τον κόσμο, με πρωτόγονο εξοπλισμό και τεχνικές, φανερώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Η έρευνα σε αυτά τα τεκμήρια της ιστορικής δισκογραφίας φανερώνει πως ο όρος «ρεμπέτικο» ξεκινάει να τυπώνεται στις ετικέτες των δίσκων περίπου το 1912, σε ελληνικές ηχογραφήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Μέχρι στιγμής, έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον 80 ηχογραφήματα, στην ετικέτα των οποίων αναγράφεται ο όρος. Δύο είναι τα εντυπωσιακά στοιχεία: αφενός, οι ηχογραφήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν την δεκαετία του 1910, του 1920 και του 1930. Ο Βαμβακάρης ξεκινάει να ηχογραφεί στην Αθήνα το 1933. Άρα, δεν μπορεί να ταυτιστεί, εύκολα και αποκλειστικά, η δική του δισκογραφική καριέρα με τον όρο. Τουναντίον, η λέξη «ρεμπέτικο» αρχίζει και εξαφανίζεται από τις ετικέτες, μετά το 1933. Αφετέρου, μια ακρόαση των μουσικών έργων που χαρακτηρίστηκαν στην ετικέτα ως «ρεμπέτικα», ξαφνιάζει. Κανένα από αυτά τα ηχογραφήματα δεν περιέχει μπουζούκι. Επιπλέον, ένα κομμάτι των μουσικών έργων δεν «κοιτάζει» στα ανατολικά. Συνολικά, τα μέχρι τώρα ευρήματα αφορούν ηχογραφήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, στην Αθήνα, τη Νέα Υόρκη και το Σικάγο. Φαίνεται πως ο όρος υπήρξε μάλλον επινόηση της δισκογραφίας, της πρώιμης αυτής βιομηχανίας του ήχου, της οποίας οι αποφάσεις καθόρισαν πολλές φορές τις εξελίξεις, σχετικά με το ιστορικό αυτό ρεπερτόριο και τον τρόπο με τον οποίο αυτό έφτασε στα αυτιά μας.

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
Καραβίας Ορφέας
Τραγουδιστές:
Ιωαννίδης Γιάννης, Κουρούκλη Λίζα, Καρνέρη Μάκη
Χρονολογία ηχογράφησης:
05/1929
Τόπος ηχογράφησης:
Νέα Υόρκη
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Εκδότης:
Columbia USA
Αριθμός καταλόγου:
56171-F
Αριθμός μήτρας:
W 206229
Διάρκεια:
4:04
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 12'' (30 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Col_56171_PaliaStratona
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Παλιά Στρατώνα", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=4111

Σχετικά τεκμήρια

Δείτε επίσης